«Τα λέμε», ήταν το τελευταίο πράγμα που της είπε προχτές ο Δημήτρης, όταν τον συνάντησε. Δεν περίμενε να τα πουν το ίδιο βράδυ φυσικά. Εντάξει δεν ήταν και παράλογη. 
Και το επόμενο πρωινό στη δουλειά, όπου τα χαρτιά και οι αιτήσεις μαζεύονταν στοίβες δίπλα της, πρόλαβε να ρίξει όλες κι όλες τρεις ματιές στο κινητό της. Στο δρόμο για την επιστροφή όμως, με τον ήλιο να ιδρώνει τις ρίζες των μαλλιών της, του έριξε άλλη μια, πιο επίμονη ματιά αυτή τη φορά. Λες και αν το κοιτούσε με προσήλωση, αυτό θα της έκανε τη χάρη να χτυπήσει. Φτάνοντας στο σπίτι, αποφάσισε να του στείλει εκείνη ένα μήνυμα. Σκέφτηκε το πιο αστείο, το πιο χαριτωμένο, το πιο μη-πιεστικό πράγμα που μπόρεσε να βρει -μέχρι και αναζήτηση στο google έκανε- και, όταν βρήκε κάτι που πληρούσε όλα τα παραπάνω, του το έστειλε. Απάντηση καμία. Θα έχει δουλειά, ίσως της απαντήσει το απόγευμα…
Το ίδιο απόγευμα καθισμένη στον καναπέ παρίστανε πως κοιτούσε τηλεόραση. Το κινητό στο τραπεζάκι ακριβώς μπροστά της, ήταν τοποθετημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να το καρφώνει επίμονα με το βλέμμα της κάθε στιγμή που της ερχόταν η διάθεση. Το βλέμμα της μεταλλασσόταν από ικετευτικό σε αυστηρό και τούμπαλιν σε χρόνο μηδέν. Έπαιρνε ύφος σχεδόν επιπληκτικό… Το μάλωνε επειδή δε χτυπούσε. Όλη νύχτα στριφογύριζε στο κρεβάτι της. Απίστευτη ζέστη. Ακόμη και το κινητό της έκαιγε. Το ήξερε ότι έκαιγε, γιατί κάθε πέντε λεπτά το έπιανε και κοίταζε την ώρα. Ή μάλλον έκανε ότι κοίταζε την ώρα, αλλά στην πραγματικότητα επιβεβαίωνε ότι δεν είχε τελειώσει η μπαταρία, ότι δεν είχε σβήσει κατά λάθος, ή ότι δεν είχε χτυπήσει σε στιγμή που δεν το άκουσε. Αλλά ο Δημήτρης ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Γιατί; Σύντομα ο Μορφέας ήρθε και άπλωσε το πέπλο του στα βλέφαρά της, που βάρυναν σιγά σιγά. Το μυαλό της έπεφτε σταδιακά σε λήθαργο… Πού είναι ο Δημήτρης;
Μήνυμα! Πετάχτηκε σαν ελατήριο και έπιασε με μια αστραπιαία κίνηση το κινητό της. Ο Δημήτρης!
«Σε θέλω… γιατί με αποφεύγεις;»
Ποιος τον αποφεύγει; Ο Δημήτρης τα γράφει αυτά; Δεν καταλάβαινε. Τα μάτια της έκαναν πουλάκια. Δεν μπορεί…
Πράγματι. Δεν μπορούσε. Το μήνυμα ήταν από τον άλλο Δημήτρη. Εκείνον που αν αύριο σταματούσε να της στέλνει μηνύματα δε θα πρόσεχε καν την απουσία του. Παράτησε εκνευρισμένη το κινητό πίσω στο κομοδίνο. Τι θέλει τώρα και την ενοχλεί κι αυτός; Αφού βλέπει ότι δεν του απαντάει! Τόσο δύσκολο να καταλάβει ότι δεν την ενδιαφέρει; Αμάν! Ένας Δημήτρης τη θυμήθηκε απόψε, κι αυτός ήταν ο λάθος Δημήτρης! Τσαντισμένη γύρισε πλευρό και μετά από λίγη ώρα κοιμήθηκε.
Ο λάθος Δημήτρης δεν κρατήθηκε. Στο τελευταίο μήνυμα που της είχε στείλει, δεν του είχε απαντήσει και φοβήθηκε μήπως δεν το είχε λάβει ποτέ. Μήπως η τηλεφωνική εταιρία το είχε στείλει σε λάθος αριθμό; Γίνονται καμιά φορά τέτοια μπερδέματα. Αυτό έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του μέχρι να το πιστέψει και μετά της έστειλε κι άλλο μήνυμα. Ήταν βέβαια έντεκα η ώρα. Μπορεί να κοιμάται. Μπορεί να μην το δει σήμερα, και να μην του απαντήσει τώρα. Καλύτερα να ηρεμήσει. Βούτηξε το χέρι του στην παγοθήκη και έπιασε τέσσερα παγάκια. Τα έβαλε στο ποτήρι του και το γέμισε με ουίσκι για τρίτη φορά. Ήπιε μια γερή γουλιά. Το κινητό του άρχισε να χτυπάει. Κάποιος τον καλούσε. Το διάβασε τελικά! Ξύπνια είναι! Με θέλει! Οι σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πήρε γρήγορα το τηλέφωνο στα χέρια του. Η υπηρεσία αναγνώρισης κλήσεων, σαν μαρτυριάρικο gossip girl, του αποκάλυπτε το όνομα αυτής που τον καλούσε. Ήταν η άλλη. Το άφησε πίσω στο τραπέζι. Δεν είχε καμιά όρεξη να της μιλήσει. Θα βαρεθεί και θα το κλείσει, σκέφτηκε. Ήπιε άλλη μια γουλιά ουίσκι και γέμισε τα πνευμόνια του με νικοτίνη. Φύσηξε να βγάλει τον καπνό και μαζί ένας βαθύς στεναγμός γλίστρησε αβίαστα απ’ το λαρύγγι του. Θα κοιμάται μάλλον. Αύριο. Αύριο θα το δει και θα του απαντήσει σίγουρα. Ήταν σχεδόν βέβαιος γι’ αυτό. …σχεδόν.
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Είναι επίμονη τελικά. Αργά, βαρετά, το σήκωσε. Εκείνη του μιλούσε κι έσταζε γλύκα. Εκείνος απαντούσε με το ζόρι. Εκείνη κάλυπτε τα κενά, που δημιουργούσε η σιωπή του, με λόγια. Λόγια αμήχανα γεμάτα προσμονή. «Αν θες έλα από δω», της πρότεινε, σε μια προσπάθεια να σταματήσει να σκέφτεται την άλλη.
Φυσικά και δέχτηκε. Έρχομαι αμέσως, του είπε.
Έκλεισε γρήγορα το τηλέφωνό της και πριν περάσουν πέντε λεπτά άναβε κιόλας τη μηχανή του αυτοκινήτου της. Με θέλει, σκέφτηκε. Με θέλει τελικά! Όσο κι αν μου κάνει το δύσκολο, με θέλει! Βγαίνοντας από το πάρκινγκ παραλίγο να πατήσει το γείτονά της, το συνονόματο Δημήτρη. Εκείνος μόλις την είδε της έκλεισε το μάτι. «Πότε θα σε πείσω να πάμε για ποτό;» τη ρώτησε για χιλιοστή φορά μέσα στην εβδομάδα. Του χαμογέλασε με σκέρτσο και του είπε: «Είμαι πολύ απασχολημένη αυτή την περίοδο! ΤΑ ΛΕΜΕ!» πάτησε το γκάζι και χάθηκε βιαστικά μες στη νύχτα.


